ΚΑΡΠΟΙ
FRUITS
[ΛΑΚ/Λακ.= lacedaemonians (Spartans) -> Laconian Doric dialect
ΑΘ/Αθ. = athenians -> attic dialect]
- Ἄπιον = pear, αχλάδι
- Ἀσταφίς [ὀσταφίς κατά Αθ.] = raisin, σταφίδα
- Ἄχερδος = wild pears, άγρια αχλάδια
- Ἀχράς = wild pears, άγρια αχλάδια
- Βότρυς = grapes, σταφύλια
- Βράβυλον [:Rhodians, Sicilians] = plum, δαμάσκηνο
- Δάκτυλος = finger, date, χουρμάς
- Διοσπύρος = lotus, λωτός
- Ἐλάαι = olives, ελιές
- Ἐπιμηλίς = a kind of medlar or pear, είδος αχλαδιού/ «μεσπίλου», μούσμουλου.
- Ἰσχάς = dried fig, ξηρό σύκο
* The Greeks were also in the habit of eating dried figs roasted, as Pherecrates proves by what he says in the Corianno.
- Κεράτιον = carob, χαρούπι
- Κίτριον = citron, λεμόνι
- Κοκκύμηλον/Δαμασκηνά/μάδρυα [ὀξύμαλα Περσικά κατά Λακ.] = plums
- Μῆλον = apple, fruit
- Μιμαικύλων = strawberry, καρπός του κόμαρου
- Μόρον = blackberry, μούρο, βατόμουρο
- Ὄγχνῃ = pear, αχλάδι
- Ὄλονθος/Ὄλυνθος [ἐρινάδας/ἐρίνακαι κατά Μακ.] = wild fig, άγριο σύκο
- Ὄμφαξ = unripe grape, άγουρο σταφύλι
- Περσικόν (μῆλον) = peach, ροδάκινο
- Ῥόας = pomegranates, ρόδια
- Σίδη = pomegranate, ρόδι
- Στρουθία = small quince, μικρή κυδωνιά
- Συκάμινος [μόρον κατά Αλεξανδρινούς] = mulberry, μούρο
- Συκῆς (Φρυγίας) = fig, σύκο
- Συκόμορον = Egyptian figs, Αιγυπτιακά σύκα
- Σῦκον = fig, -//-
*σῦκον Αἰγύπτιον = carob, χαρούπι
- Σφακόν = sage, φασκόμηλο
- Φήληξ = wild fig, άγριο σύκο
- Φοῖνιξ = date, χουρμάς
Sources:
- Deipnosophistae
- Wiktionary (En & Gr)
No comments:
Post a Comment